Η Ευτυχια Αργυροπούλου μιλάει για το «Φιντανάκι»

argyropoulouΤο ΦιντανάκI, είναι μια ερωτική ιστορία, μια ηθογραφία του χθες, ένας καθρέφτης του σήμερα. Με όποια διάθεση και αν θεαθεί το σίγουρο είναι ότι θα συγκινήσει, θα προβληματίσει και θα διδάξει! Το Φιντανάκι έχει στοιχεία, είναι γραμμένο ως Αρχαία Τραγωδία, οι ήρωες είναι τραγικοί, το κακό συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες και ενώ το τέλος είναι τραγικό για όλους, ο θεατής βιώνει την Κάθαρση.

Μια Τραγωδία που όπως όλες παραμένει επίκαιρη, έχει κάτι σημαντικό να πει στο σήμερα. Οι ήρωες ξεπηδούν από το παρελθόν, βγαίνουν από το χρονοντούλαπο μιας πληγωμένης Ελλάδος (1921) για να μεταφέρουν ένα μήνυμα στο σημερινό πολίτη της Αθήνας, της Ελλάδος, του Κόσμου, του πώς να μείνει όρθιος – ακέραιος σε έναν κόσμο που καταρρέει γύρω του και ίσως γιατί όχι να αναστηλώσει ότι καλό έχει μείνει από το χθες και με νέα υλικά πιο γερά, να χτίσει ένα καλύτερο αύριο. Οι ήρωες του Χορν δε τα κατάφεραν να σταθούν όρθιοι, αλλά εμείς δεν είμαστε εδώ για να τους κρίνουμε αλλά για να τους καταλάβουμε, να αναγνωρίσουμε τα σημεία που μοιάζουμε και αν δε συμφωνούμε με αυτά να τα αλλάξουμε. Ναι, είμαστε εμείς και ας είναι μεγενθυμένοι, και στέκονται εκεί απέναντί μας για να τους αλλάξουμε τη μοίρα. Στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε ένα διαφορετικό μονοπάτι…

Η σκηνοθέτης Ευτυχία Αργυροπούλου μίλησε στα «Επίκαιρα» για το έργο.

 

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ: ΧΡΥΣΩ ΚΟΝΤΑΚΟΥ

 

Με ποιο κριτήριο επιλέξατε αυτό το έργο; 

«Το Φιντανάκι» είναι ένα έργο που τόσο από τα ζητήματα που πραγματεύεται – έρωτας, χρήμα, ηθική – όσο και από την εποχή την οποία περιγράφει (γράφτηκε το 1921) – οικονομική κρίση, εξάρτηση και επιτήρηση από τους συμμάχους – φαντάζει εξαιρετικά επίκαιρο. Αυτό όμως που με τράβηξε στο συγκεκριμένο κείμενο, όπως και σε κάθε κείμενο με το οποίο καταπιάνομαι είναι το συγκινησιακό του φορτίο, το πόσο μπορεί να μιλήσει στην ψυχή μου και το κατά πόσο μπορεί να δονήσει το συναίσθημα του θεατή. Ως δημιουργός στοχεύω στη συγκίνηση για να κινητοποιήσω και κατά κάποιο τρόπο να ελέγξω – καθοδηγήσω τη λογική – το μυαλό του θεατή προς μια κατεύθυνση όσο το δυνατόν περισσότερο ανθρώπινη. Πιστεύω στη δύναμη της μονάδας για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου και αυτό προσπαθώ να κάνω με τη τέχνη μου.

Για να ξαναγυρίσω όμως στην αξία του συγκεκριμένου έργου, θα μοιραστώ μαζί σας μια κρυφή πτυχή του άκρως συγκινησιακή που του προσθέτει δύναμη. «Το Φιντανάκι» γράφτηκε σε μια νύχτα βαθύ πόνου. Ο συγγραφέας Παντελής Χορν πόναγε για το χαμό της 7χρονης κόρης του και αυτό τον πόνο το μετουσίωσε σε δημιουργία. Η ιδιαίτερη σχέση – αγάπη μεταξύ πατέρα και κόρης (Κυρ-Αντώνη και Τούλας / Φιντανάκι) είναι κυρίαρχη μέσα στο έργο και είναι και μια πτυχή που ως σκηνοθέτης, σεβάστηκα απόλυτα. Όπως καταλαβαίνετε το συναίσθημα, η αγάπη, η προδοσία, η απώλεια, ο πόνος είναι τόσο έντονα μέσα στο κείμενο που η δική μου η δουλειά δεν ήταν άλλη παρά να διευκολύνω την αλήθεια του κειμένου να φτάσει στο θεατή.

 

Ποιος είναι ο καλλιτεχνικός σας στόχος τόσο σε αυτό το έργο όσο και γενικά στα έργα που επιλέγετε να σκηνοθετήσετε; 

Ο στόχος της τέχνης είναι η Ομορφιά με την έννοια της ολότητας, της αρμονίας, του πλήρες. Όπως καταλαβαίνετε η παραφονία, η ασχήμια και η ακρότητα δεν χωράει στη δική μου τέχνη. Η αισθητική για εμένα παίζει τον πλέον σημαντικό ρόλο τόσο στη τέχνη όσο και στην ίδια τη ζωή. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ με μια σπουδαία εικαστικό στην συγκεκριμένη παράσταση, την Ελένη Σουμή και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε και τις δύο. Δεν είναι τυχαίο ότι η πλειοψηφία των θεατών σχολιάζει και μάλιστα θετικά, την εικαστική ταυτότητα της παράστασης. Είναι κάτι που δε το αφήνω ποτέ στη τύχη του!

Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική ενδυμασία του έργου και κάθε έργου. Η δύναμη της μουσικής είναι πολλές φορές μεγαλύτερη και από αυτή του ίδιου του θεάτρου. Δε θα μπορούσα λοιπόν να την αφήσω ανεκμετάλλευτη και να μη τη θέσω στην υπηρεσία της παράστασης. Και εδώ έχω σταθεί τυχερή αφού έχω σταθερό συνεργάτη, έναν σπουδαίο συνθέτη, το Νίκο Κουβαρδά. Κάθε έργο περιβάλλεται από την πρωτότυπη μουσική που του ταιριάζει έτσι ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία και να ενισχυθεί το μήνυμά που θέλει να μεταφέρει.

Πέρα λοιπόν από το γεγονός του ότι σε μια παράσταση δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο και όλα τα επιμέρους στοιχεία της έχουν με ιδιαίτερη προσοχή επιλεχθεί, έτσι ώστε να επιτευχθεί η ομορφιά του συνόλου που ανέφερα παραπάνω, η σημαίνουσα αξία μιας παράστασης είναι η επίδραση, το στίγμα, η αλλαγή που μπορεί να επιφέρει στον κάθε ένα που την παρακολουθεί.

Με απλά λόγια, στο συγκεκριμένο έργο η αλλαγή, επέρχεται με το να παρατηρήσεις από τόσα κοντά τη ζωή και τα λάθη των ηρώων, ώστε να τους νιώσεις, κατανοήσεις, αγαπήσεις και αφού ταυτιστείς μαζί τους(ο κάθε θεατής με τον αντίστοιχο συγγενικό του ήρωα), να νιώσεις, κατανοήσεις, αγαπήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό – αυτόν που βλέπεις μέσα στον καθρέφτη της σκηνής- και τελικά να τον προστατέψεις επιλέγοντας διαφορετικό δρόμο από αυτόν που επέλεξαν οι ήρωες (ο κακός εαυτός σου). Αν ο κάθε θεατής στα προσωπικά του διλήμματα επιλέξει το δρόμο της αρετής και όχι της κακίας, τότε η αλλαγή τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κοινωνίας θα έχει επιτευχθεί. Το συγκεκριμένο έργο, έτσι όπως το αντιλήφθηκα εγώ αποτελεί μια πολύ αποτελεσματική μεταφορά του γνωστού μύθου. Ως άλλος Ηρακλής, καλείται ο κάθε θεατής να κάνει τη σωστή επιλογή στο κάθε δίλημμα της ζωής.

 

Τι είναι η Φρόσω για εσάς;

Η Φρόσω για εμένα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ηρωίδα. Ο ρόλος της Φρόσως επιλέχθηκε σχεδόν τυχαία, αφού η αρχική σκέψη ήταν να ενσαρκώσω το ρόλο της Κατίνας. Θα έλεγα λοιπόν ότι η Φρόσω, ως άλλη ηρωίδα από τα «Έξη πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλλο, με επέλεξε για να την ενσαρκώσω, να της δώσω φωνή και να πω την ιστορία της. Διάβασα σε μια κριτική για την παράσταση ότι η Φρόσω είναι το πιο τραγικό πρόσωπο της ιστορίας και αν και δε την είδα ποτέ έτσι, χάρηκα που μια θεατής – κριτικός ένιωσε τη δράμα της ηρωίδας μου και αισθάνθηκε την ανάγκη να το (φωνάξει) επισημάνει.

Η Φρόσω είναι όντως ένα τραγικό πρόσωπο όπως όλα τα πρόσωπα – ήρωες στο «Φιντανάκι». Ας μη ξεχνάμε ότι το συγκεκριμένο έργο έχει δομή αρχαίας τραγωδίας. Η αλήθεια είναι όμως ότι οι περισσότεροι θεατές τη μισούν ή έστω αντιπαθούν τη μάνα που ενώ δε δείχνει ίχνος τρυφερότητας απέναντι στο παιδί και στον άντρα της, στο τέλος μάλιστα ξεπουλάει την κόρη της για χάρη του χρήματος, μιας καλύτερης ζωής. Μήπως όμως διαφέρει αυτή η μάνα από τη μάνα του Κεχαϊδη στο «Πανηγύρι», μήπως διαφέρει από τη μάνα που της ελληνικής επαρχίας του 60’ που έδινε σε ευκατάστατη οικογένεια ένα από τα έξη της παιδιά για να το μεγαλώσει αυτή με όλες τις ανέσεις, μήπως διαφέρει από τη μάνα του σήμερα που το πρώτο πράγμα που ρωτάει σε κάθε νέα γνωριμία της κόρης της είναι τη δουλειά κάνει ο νέος; Μήπως η ατάκα της Φρόσως «χάθηκε κανένας καλός στην κοινωνία με παράδες;» δεν είναι φράση που ταιριάζει σε κάθε μάνα όλων των εποχών;

Η Φρόσω είναι μια σκληρή γυναίκα που ζει σε δύσκολες εποχές και έχει περάσει πολλά. Η Φρόσω όπως πολλοί άνθρωποι του χθες και του σήμερα, σε αντίθεση με τον άντρα της, πιστεύει ότι το εισιτήριο για την ευτυχία του παιδιού της είναι το χρήμα. Είναι τραγική ηρωίδα γιατί διαψεύδεται και βουτηγμένη στην πλάνη της κάνει κακό στον εαυτό της και στους γύρω της. Ως ηρωίδα του θεάτρου θυσιάζεται για να μη θυσιαστεί ο θεατής. Μην αφήσετε τη θυσία της να πάει χαμένη!

 

Έχετε σκεφτεί το θέμα της επόμενης παράστασης που θέλετε να σκηνοθετήσετε; 

Οι παραστάσεις μου είναι πάντοτε ανθρωποκεντρικές. Θα μου πείτε, η τέχνη του θεάτρου είναι ανθρωποκεντρική. Ναι, αλλά δυστυχώς δεν παρουσιάζεται πάντοτε έτσι.

Η επόμενη παράσταση που ήδη ένα προσχέδιό της έχει ετοιμαστεί και παρουσιαστεί στην Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη, αφορά σε μια διασκευή πάνω στο ποιητικό αριστούργημα του W. Shakespeare   «Τρικυμία». Το πρωτότυπο έργο έχει στοιχεία κλασσικού παραμυθιού –βασιλιάδες, πριγκίπισσες, μάγισσες, ξωτικά και υπερφυσικά στοιχεία, το καλό και το κακό στην αιώνια πάλη όπου ως τελική έκβαση έχουμε τη δικαίωση του καλού. Στη δική μου, πιο σύγχρονη εκδοχή, το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο ήρωα ο οποίος ζει φυλακισμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Η παράσταση μιλάει για τις φυλακές της ψυχής μας, μια μάστιγα του σύγχρονου ανθρώπου που παλεύει με τους προσωπικούς δαίμονές του. Και εδώ ο ήρωας πουλάει – ξεπουλάει ότι έχει και δεν έχει, ακόμα και το ίδιο του το παιδί με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Αν την κερδίσει στο τέλος, θα το μάθουμε επί σκηνής.

Επόμενες σκέψεις θα είναι πάντα και αριστουργήματα του Νεοελληνικού θεάτρου, όπως η «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου, το «Πανηγύρι» του Κεχαϊδη ή / και κάποια από τα θεατρικά έργα της Γαλάτιας Καζαντζάκη. Αγαπάω το Νεοελληνικό Θέατρο και κατά καιρόυς καταπιάνομαι με αυτό γιατί νιώθω τη βαθύτερη αλήθεια του, το βλέπω ζωντανό μπροστά μου να εξιστορείται, να υπάρχει, να πάσχει, να συγκινεί και συγκινούμαι. Τόσο απλά! Και κάπως έτσι απλά και αληθινά πιστεύω ότι μιλάει στη ψυχή κάθε κατοίκου αυτής της χώρας που έχει βιώματα ή έστω ακούσματα από ανθρώπους αυτού του τόπου.

fintanaki

Σκηνή από την παράσταση του έργου
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s